Δύο φωτογραφίες...

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 05.07.17 ]

                        

Είναι μέρες τώρα που με στοιχειώνουν δύο φωτογραφίες. Προσπάθησα, είναι η αλήθεια, να αποφύγω να γράψω γι’ αυτές, αλλά έρχονται και ξαναέρχονται με συντριπτική δύναμη και με επαναφέρουν στο όνειρο. Στο όνειρο που χωρίς αυτό καμιά πραγματικότητα δεν μπορείς να αλλάξεις. Έρχονται και ξαναέρχονται όχι δύο φωτογραφίες γιγάντων, αλλά δύο γιγάντιες φωτογραφίες. Θέλω να πω ότι ανήκουν σ’ εκείνες τις αληθινά σπάνιες στιγμές εξαίσιου θριάμβου που εξαχνώνει τον κανόνα «μια φωτογραφία αξίζει χίλιες λέξεις».  Γιατί η κάθε μία από αυτές αξίζει όχι απλώς χίλιες ζωές, αλλά αξίζει το βάρος του θανάτου. Μίλησα για στιγμές εξαίσιου θριάμβου αλλά παρακαλώ να μην εκληφθεί ως περιγραφή ανερμάτιστων κραυγών που πολυπληθώς στεφανώνουν ταπεινές και πολλές φορές ταπεινωτικές, κούφες χαρές, χειροκροτημένες από πλήθη που εκείνη τη στιγμή δεν περιέχουν εαυτό γιατί απαρτίζονται από αλαλάζοντα κελύφη. Όχι.

Στην περίπτωσή μας έχουμε να κάνουμε με δύο φωτογραφίες  (στην ουσία μια και μοναδική) που δεν δείχνουν, αλλά αποκαλύπτουν το ανεκλάλητο. Αυτό το ανείπωτο που ποτέ, με όσες πράξεις κι αν έκανες, με όσα κι αν είπες ή τραγούδησες ή χόρεψες, ποτέ δεν καταφέρνεις να το διατυπώσεις ολόκληρο. Πάντα κάτι απομένει για το επέκεινα. Αυτό το «κάτι ακόμα» το ανεύρετο μέσα στους τόσους εξηγημένους κι όμως ανεξήγητους χρησμούς του μυστηριακού υπάρχειν. Αυτό το «κάτι ακόμα» που δεν είπε ποτέ η Φημονόη η πρώτη μάντισσα του μαντείου των Δελφών, στους παντογνώστες αποχρησμοδότες της ζωής και των χρησμών της. Αυτό το «κάτι ακόμα» που τόσοι και τόσοι δεν αποκάλυψαν στους βλοσυρούς ανακριτές, όσο κι αν εκείνοι νόμιζαν ότι απέσπασαν ομολογίες. «Κ’ ίσως» γράφει ο Γιάννης Ρίτσος, «για τούτο οι ποιητές συνεχίζουν ακόμη να γράφουν/με την κρυφή υποψία πως η Φημονόη δεν ξέρει αυτό το “κάτι” ».

Μιλάω φυσικά για τις πρόσφατες φωτογραφίες του Μίκη Θεοδωράκη και του Μανώλη Γλέζου. Στην μία ο Μίκης Θεοδωράκης, μόνος κατάμονος, «μεσ’ στη φοβερή ερημία του πλήθους» που τον αποθεώνει στις κερκίδες του Παναθηναϊκού Σταδίου, μόνος κατάμονος αυτός που πάντοτε έζησε μέσα στα πλήθη όρθιος, τώρα καθισμένος στο αμαξίδιο, έχοντας μόλις πει το πανανθρώπινο «σας αγαπώ», μπροστά του η ορχήστρα πίσω του ο κόσμος κι εκείνος ο πάντοτε όρθιος είναι καθισμένος τώρα, έχει σκύψει και κρατάει το κεφάλι με το χέρι του.

Η άλλη φωτογραφία είναι του Μανώλη Γλέζου. Έχει μόλις τελειώσει στην αίθουσα εκδηλώσεων της Βουλής, η παρουσίαση του βιβλίου του «Ακρωνύμια». Επισημότητες και επίσημοι του Πρωθυπουργού περιλαμβανομένου. Τίποτα δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το πλήθος των απόντων με την πίκρα εφ’ όπλου και τον «καημό βαθιά – βαθιά στα μάτια τους/ σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι». Είναι εκείνοι που «φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι». Είναι εκείνοι που έδωσαν τη ζωή τους, είτε στο πεδίο της μάχης εναντίον του φασισμού, είτε στο εκτελεστικό που σταμάτησε στη μέση τον ηλιοπότη χορό τους. Είναι εκείνοι που είπαν στον Μανώλη Γλέζο «όταν συναντάς ανθρώπους στο δρόμο, θα λες καλημέρα κι από μένα. Κι όταν πίνεις κρασί, θα πίνεις κρασί κι από μένα. Κι όταν ακούς τον άνεμο να περνάει μέσα από τα φύλλα κι ακούς το θρόισμα του ανέμου, θα το ακούς και για μένα. Κι όταν χορεύεις, θα χορεύεις και για μένα».

Πουθενά μεγαλόστομος ηρωισμός. Μονάχα χορός, τραγούδι, κρασί, θάλασσα, άνεμος και μια πελώρια ανθισμένη καλημέρα που να χωράει όλους τους ανθρώπους. Όλα, μα όλα για ένα «κάτι ακόμα» που ποτέ δεν ειπώθηκε. Κι ο Μανώλης Γλέζος, μόνος, κατάμονος μέσα στο χάος της πολυπληθούς ζωής του, καθισμένος, ακουμπάει τους αγκώνες του στο τραπέζι και με τα δυο του χέρια σκεπάζει το σκυμμένο του κεφάλι.  

Με στοιχειώνουν αυτές οι δυο φωτογραφίες που η μία χωνεύει την άλλη και γίνονται η φοβερή μονάδα του χρόνου και του χώρου, η εμβρυουλκός θέλω να πω μονάδα του χάους που σπρώχνει το άφατο και αόρατο να γίνει κτίσις και κάλλος και έλεος.

Δυο κεφάλια γερτά που κοιτάζουν μακρυά. Δυο αποκαμωμένα κορμιά από την αναπόφευκτη λύπη καθώς υπερακοντίζει την ύπαρξη στην αιωνιότητα, παίζοντας μαζί της ζάρια. Πώς να μην υποκλιθείς μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο; Πώς να μην συγκλονιστείς καταλαβαίνοντας ότι ο δρόμος της αναμέτρησης μαζί τους, είναι ο μόνος δρόμος που αξίζει να περπατήσεις. Έτσι που να μπορούν και άλλοι να λένε καλημέρα, αντί να τους κόβει την γλώσσα ο τρόμος. Να χορεύουν, αντί να τσακίζουν τα πόδια τους στις μεγάλες πορείες της απελπισίας. Να κολυμπούν αντί να πνίγονται κατά χιλιάδες μέσα στις τσέπες των κοστουμιών που φορούν οι δήμιοι του οικονομείν. Να πίνουν κρασί αντί να καίγονται τα σπλάχνα τους από τη λάβα των πολέμων. Να ακούνε το θρόισμα των φύλλων αντί για το θρόισμα της λάμιας που έρχεται να πάρει τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους.

Α, ναι. Με στοιχειώνουν οι φωτογραφίες αυτών των δύο ανθρώπων. Η ευθύνη να περπατάς στην ίδια όχθη μαζί τους.

Δύο σκυμμένα κεφάλια. Τόσος ηττημένος θάνατος. Τόση κούραση. Τόσο συσσωρευμένο «για πάντα» και τόσο «κάτι ακόμα». Αυτό.

 «The rest is silence», «τα υπόλοιπα είναι σιωπή»  κατά πως λέει στις τελευταίες του λέξεις ο  Πρίγκιπας Άμλετ.

Mikiς THeodorakMikiς THeodorak